φλόκος
•
- ναυτικός όροςμικρό τριγωνικό πανί της πλώρης ιστιοφόρου Βικιλεξικό
- Ο αέρας έπεσε αισθητά κι, ευτυχώς, γαλήνεψε συγχρόνως και η θάλασσα. Σήκωσαν όλα τα πανιά: φλίσια, στάντζος, φλόκος, όλα βοηθούσαν, και η θάλασσα άφριζε καθώς η πλώρη έσκιζε το νερό.
- Οι φρεγάδες είχαν απλωμένα όλα τα πανιά. Φλόκοι και κονταφλόκοι, γάμπιες και παπαφίγγοι και παρουκέτα και τρίγγοι όλα ήσαν στη θέσι τους. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Τα λόγια της πλώρης, 1899)
Ετυμολογία
φλόκος < (άμεσο δάνειο) ιταλική flocco + -ς < ολλανδική fok
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλόκος | φλόκοι |
| Γενική | φλόκου | φλόκων |
| Αιτιατική | φλόκο | φλόκους |
| Κλητική | φλόκε | φλόκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →