φοβερός
•
- που προκαλεί τρόμο ή φόβο, ο τρομακτικός Βικιλεξικό
- φοβερό έγκλημα (αυτό που έχει ανατριχιαστικές ή άλλες παραμέτρους που το καθιστούν πιο φρικιαστικό από άλλα εγκλήματα)
- πολυ έντονος, που ενοχλεί, ενοχλητικός, απαράδεκτος Βικιλεξικό
- έκαναν φοβερή φασαρία
- Κόψ' την επιτέλους αυτή τη φοβερή συνήθεια! (π.χ. όταν κάποιος σκαλίζει δημοσίως τη μύτη του)
- Αμάν πια! Είσαι φοβερός!!!
- γενικά το υπερβολικό, υπεράνθρωπα κοπιαστικό Βικιλεξικό
- κατέβαλαν φοβερές προσπάθειες
- εξαιρετικά καλός, καταπληκτικός Βικιλεξικό
- μου έκανε φοβερή εντύπωση
- Είναι φοβερό άτομο, τέλειο
Ετυμολογία
φοβερός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φοβερός < φόβος + -ερός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φοβερός | φοβερή | φοβερό |
| Γενική | φοβερού | φοβερής | φοβερού |
| Αιτιατική | φοβερό | φοβερή | φοβερό |
| Κλητική | φοβερέ | φοβερή | φοβερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φοβεροί | φοβερές | φοβερά |
| Γενική | φοβερών | φοβερών | φοβερών |
| Αιτιατική | φοβερούς | φοβερές | φοβερά |
| Κλητική | φοβεροί | φοβερές | φοβερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →