Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φοιτητριούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χαϊδευτικότρυφερά, η νεαρή φοιτήτρια Βικιλεξικό
    • Στη φοιτητριούλα που σ’ έχει ερωτευτεί / θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή. / Τζάμπα χαραμίζει θα πάω να της πω / το νεανικό της και αγνό ενθουσιασμό. (Διονύσης Σαββόπουλος, τραγούδι Πολιτευτής)
  2. μειωτικόπου δεν ξέρει το αντικείμενό της ακόμα καλά Βικιλεξικό
    • Σιγά μην τους εμπιστευτώ, αυτοί δεν έχουν πάρει ούτε το πτυχίο τους ακόμα, είναι ειδικευόμενοι και φοιτητριούλες

Ετυμολογία

φοιτητριούλα < φοιτήτρι(α) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα < φοιτητής < φοιτώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφοιτητριούλαφοιτητριούλες
Γενικήφοιτητριούλας—
Αιτιατικήφοιτητριούλαφοιτητριούλες
Κλητικήφοιτητριούλαφοιτητριούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →