φοιτητριούλα
•
- χαϊδευτικότρυφερά, η νεαρή φοιτήτρια Βικιλεξικό
- Στη φοιτητριούλα που σ’ έχει ερωτευτεί / θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή. / Τζάμπα χαραμίζει θα πάω να της πω / το νεανικό της και αγνό ενθουσιασμό. (Διονύσης Σαββόπουλος, τραγούδι Πολιτευτής)
- μειωτικόπου δεν ξέρει το αντικείμενό της ακόμα καλά Βικιλεξικό
- Σιγά μην τους εμπιστευτώ, αυτοί δεν έχουν πάρει ούτε το πτυχίο τους ακόμα, είναι ειδικευόμενοι και φοιτητριούλες
Ετυμολογία
φοιτητριούλα < φοιτήτρι(α) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα < φοιτητής < φοιτώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φοιτητριούλα | φοιτητριούλες |
| Γενική | φοιτητριούλας | — |
| Αιτιατική | φοιτητριούλα | φοιτητριούλες |
| Κλητική | φοιτητριούλα | φοιτητριούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →