φοιτώ
•
- παρακολουθώ μαθήματα σε μια σχολή, συνήθως (αλλά όχι απαραίτητα) πανεπιστημιακή Βικιλεξικό
- Με σπίτια ανθρώπινης κλίμακας τότε, ήταν ο δρόμος που οδηγούσε από το Γ' Δημοτικό Σχολείο όπου φοιτούσα, στους δρόμους της εξοχής. (Γιάννης Ξανθούλης (2008) Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων [μυθιστόρημα])
- Επί του παρόντος στο Λονδίνο υπάρχουν δυο τέτοια σχολεία το ιδιωτικό «Ελληνικό Κολέγιο» στην αριστοκρατικότατη περιοχή του Κnightsbridge (εδώ φοιτούν παιδιά με κάποια, οπωσδήποτε, οικονομική άνεση), και το «Ελληνικό Σχολείο» της Ελληνικής Πρεσβείας. (Χάρης Μεττής, Το Πνεύμα των Θυατείρων Η τριακονταετής υπηρεσία του χαρισματικού Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας κ. Γρηγορίου, εκδ. Ακακία, 2018)
Ετυμολογία
φοιτώ < αρχαία ελληνική φοιτῶ, συνηρημένου τύπου του φοιτάω (και του ιωνικού φοιτέω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φοιτώ | φοιτάς | φοιτά | φοιτούμε | φοιτάτε | φοιτούν |
| Παρατατικός | φοιτούσα | φοιτούσες | φοιτούσε | φοιτούσαμε | φοιτούσατε | φοιτούσαν |
| Αόριστος | φοίτησα | φοίτησες | φοίτησε | φοιτήσαμε | φοιτήσατε | φοίτησαν / φοιτήσαν / φοιτήσανε |
| Μέλλοντας | θα φοιτήσω / θα φοιτώ | θα φοιτάς / θα φοιτήσεις | θα φοιτά / θα φοιτήσει | θα φοιτήσουμε / θα φοιτούμε | θα φοιτάτε / θα φοιτήσετε | θα φοιτήσουν / θα φοιτήσουνε / θα φοιτούν |
| Παρακείμενος | έχω φοιτήσει | έχεις φοιτήσει | έχει φοιτήσει | έχουμε φοιτήσει | έχετε φοιτήσει | έχουν φοιτήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα φοιτήσει | είχες φοιτήσει | είχε φοιτήσει | είχαμε φοιτήσει | είχατε φοιτήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω φοιτήσει / να φοιτήσω / να φοιτώ | να έχεις φοιτήσει / να φοιτάς / να φοιτήσεις | να έχει φοιτήσει / να φοιτά / να φοιτήσει | να έχουμε φοιτήσει / να φοιτήσουμε / να φοιτούμε | να έχετε φοιτήσει / να φοιτάτε / να φοιτήσετε | να έχουν φοιτήσει / να φοιτήσουν / να φοιτήσουνε / να φοιτούν |
| Προστακτική | — | φοίτα / φοίτησε | — | — | φοιτάτε / φοιτήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →