φοράδα
•
- θηλαστικό ζώοθηλυκό άλογο Βικιλεξικό
- Είχαν ένα βαρβάτο άλογο, έναν επιβήτορα, που τον ζευγάρωναν με φοράδες ή γαϊδούρες. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
- μεταφορικάμεγαλόσωμη και άγαρμπη γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φοράδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φοράδα, από την αιτιατική πτώση: (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φοράδα | φοράδες |
| Γενική | φοράδας | φοράδων |
| Αιτιατική | φοράδα | φοράδες |
| Κλητική | φοράδα | φοράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →