φοροελαφρυντικός
•
- που έχει σχέση με την φοροελάφρυνση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φοροελαφρυντικός < φοροελάφρυνση + -τικός < φόρος + -ο- + ελάφρυνση
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φοροελαφρυντικός | φοροελαφρυντική | φοροελαφρυντικό |
| Γενική | φοροελαφρυντικού | φοροελαφρυντικής | φοροελαφρυντικού |
| Αιτιατική | φοροελαφρυντικό | φοροελαφρυντική | φοροελαφρυντικό |
| Κλητική | φοροελαφρυντικέ | φοροελαφρυντική | φοροελαφρυντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φοροελαφρυντικοί | φοροελαφρυντικές | φοροελαφρυντικά |
| Γενική | φοροελαφρυντικών | φοροελαφρυντικών | φοροελαφρυντικών |
| Αιτιατική | φοροελαφρυντικούς | φοροελαφρυντικές | φοροελαφρυντικά |
| Κλητική | φοροελαφρυντικοί | φοροελαφρυντικές | φοροελαφρυντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →