φόρος
•
- οικονομίαάμεσος φόρος: χρηματικό ποσό που καταβάλλει στο κράτος ο πολίτης ή οι επιχειρήσεις σύμφωνα με τους κανονισμούς φορολογίας Βικιλεξικό
- Φέτος ο φόρος που θα δώσω με τη γυναίκα μου θα φτάσει τα 5.000 ευρώ
- Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου είχε οδηγηθεί η υπόθεση, είχε κρίνει ότι η υπεύθυνη του γηροκομείου διέπραξε το πλημμέλημα της κατ΄ εξακολούθησης λαθρεμπορίας, καθώς παράνομα χρησιμοποίησε και για ίδιον όφελος «πετρέλαιο θέρμανσης για άλλη εκτός από θέρμανση χρήση, με σκοπό να στερήσει το Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, τέλη και φόρους, οι δε δασμοί και φόροι που στερήθηκε το δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό τις 30.000 ευρώ» (ανέρχεται στο ποσό των 66.798 ευρώ). (Ο Άρειος Πάγος αποφασίζει για τη χρήση του πετρελαίου θέρμανσης, Εφημερίδα των Συντακτών, 18/08/2015 https://web.archive.org/web/20160305185616/http://www.efsyn.gr/arthro/o-areios-pagos-apofasizei-gia-ti-hrisi-toy-petrelaioy-thermansis)
- οικονομίαέμμεσος φόρος: καταναλωτικοί φόροι, χρηματικά ποσά που ενσωματώνονται στην τιμή των εμπορευμάτων ή των παρεχομένων υπηρεσιών και που επίσης αποτελούν κρατικό έσοδο Βικιλεξικό
- ΦΠΑ για το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας
- οποιαδήποτε εισφορά σε χρήμα ή σε είδος καταβάλλει ένας υπήκοος ή ένα εξαρτώμενο κράτος στον επικυρίαρχό του Βικιλεξικό
- Κράτη φόρου υποτελή
- μεταφορικάαπόδοση (σε εκφράσεις) Βικιλεξικό
- φόρος αίματος
Ετυμολογία
φόρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φόρος < φέρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φόρος | φόροι |
| Γενική | φόρου | φόρων |
| Αιτιατική | φόρο | φόρους |
| Κλητική | φόρε | φόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →