φορολογώ
•
- επιβάλλω φόρο σε κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορολογώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φορολογέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φορολογώ | φορολογείς | φορολογεί | φορολογούμε | φορολογείτε | φορολογούν / φορολογούνε |
| Παρατατικός | φορολογούσα | φορολογούσες | φορολογούσε | φορολογούσαμε | φορολογούσατε | φορολογούσαν / φορολογούσανε |
| Αόριστος | φορολόγησα | φορολόγησες | φορολόγησε | φορολογήσαμε | φορολογήσατε | φορολογήσαν / φορολογήσανε / φορολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα φορολογήσω / θα φορολογώ | θα φορολογήσεις / θα φορολογείς | θα φορολογήσει / θα φορολογεί | θα φορολογήσουμε / θα φορολογούμε | θα φορολογήσετε / θα φορολογείτε | θα φορολογήσουν / θα φορολογήσουνε / θα φορολογούν / θα φορολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω φορολογήσει | έχεις φορολογήσει | έχει φορολογήσει | έχουμε φορολογήσει | έχετε φορολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φορολογήσει | είχες φορολογήσει | είχε φορολογήσει | είχαμε φορολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φορολογήσει / να φορολογήσω / να φορολογώ | να έχεις φορολογήσει / να φορολογήσεις / να φορολογείς | να έχει φορολογήσει / να φορολογήσει / να φορολογεί | να έχουμε φορολογήσει / να φορολογήσουμε / να φορολογούμε | να έχετε φορολογήσει / να φορολογήσετε / να φορολογείτε | να φορολογήσουν / να φορολογήσουνε / να φορολογούν / να φορολογούνε |
| Προστακτική | — | φορολόγει / φορολόγησε | — | — | φορολογήστε / φορολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →