Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φορτηγατζής

/foɾ.ti.ɣaˈd͡zis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαιδιοκτήτης, κάτοχος φορτηγού Βικιλεξικό
  2. o κάτοχος άδειας οδήγησης φορτηγών αυτοκινήτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φορτηγατζής < φορτηγ(ό) (αυτοκίνητο) + -ατζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφορτηγατζήςφορτηγατζήδες
Γενικήφορτηγατζήφορτηγατζήδων
Αιτιατικήφορτηγατζήφορτηγατζήδες
Κλητικήφορτηγατζήφορτηγατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →