φόρτος
•
- βάρος, κόπος Βικιλεξικό
- έκφραση: φόρτος εργασίας (πολλή δουλειά)
- Σύμφωνα με τον Helmut Willke, κάθε σύστημα αντιμετωπίζει, στη σχέση του με το περιβάλλον, το πρόβλημα της περιπλοκότητας: Η περιπλοκότητα δηλοί τον βαθμό πολυμορφίας, διαπλοκής και τον φόρτο των συνεπακόλουθων σ' ένα πεδίο αποφάσεων (Wilke, 1996, σ. 42) (Θωμάς Μαυροφίδης, Κοινωνία και σύστημα: Εισαγωγή στη σύγχρονη συστημική θεωρία, εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 96)
Ετυμολογία
φόρτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φόρτος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φόρτος | φόρτοι |
| Γενική | φόρτου | φόρτων |
| Αιτιατική | φόρτο | φόρτους |
| Κλητική | φόρτε | φόρτοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →