Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φορτσάτος

/foɾˈt͡sa.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου κινείται με ή διαθέτει φόρτσα, δύναμη ή ορμή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φορτσάτος < φορτσάρω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφορτσάτοςφορτσάτηφορτσάτο
Γενικήφορτσάτουφορτσάτηςφορτσάτου
Αιτιατικήφορτσάτοφορτσάτηφορτσάτο
Κλητικήφορτσάτεφορτσάτηφορτσάτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφορτσάτοιφορτσάτεςφορτσάτα
Γενικήφορτσάτωνφορτσάτωνφορτσάτων
Αιτιατικήφορτσάτουςφορτσάτεςφορτσάτα
Κλητικήφορτσάτοιφορτσάτεςφορτσάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →