φουκαριάρικος
•
- που αναφέρεται σε φουκαρά Βικιλεξικό
- φουκαριάρικη και μίζερη ζωή
- καιπου είναι φουκαριάρης Βικιλεξικό
- Α, τον καημένο, α τoν φουκαριάρικο... τι έπαθε!
Ετυμολογία
φουκαριάρικος < φουκαριάρ(ης) + -ικος < φουκαράς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φουκαριάρικος | φουκαριάρικη | φουκαριάρικο |
| Γενική | φουκαριάρικου | φουκαριάρικης | φουκαριάρικου |
| Αιτιατική | φουκαριάρικο | φουκαριάρικη | φουκαριάρικο |
| Κλητική | φουκαριάρικε | φουκαριάρικη | φουκαριάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φουκαριάρικοι | φουκαριάρικες | φουκαριάρικα |
| Γενική | φουκαριάρικων | φουκαριάρικων | φουκαριάρικων |
| Αιτιατική | φουκαριάρικους | φουκαριάρικες | φουκαριάρικα |
| Κλητική | φουκαριάρικοι | φουκαριάρικες | φουκαριάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →