Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουκαριάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται σε φουκαρά Βικιλεξικό
    • φουκαριάρικη και μίζερη ζωή
  2. καιπου είναι φουκαριάρης Βικιλεξικό
    • Α, τον καημένο, α τoν φουκαριάρικο... τι έπαθε!

Ετυμολογία

φουκαριάρικος < φουκαριάρ(ης) + -ικος < φουκαράς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφουκαριάρικοςφουκαριάρικηφουκαριάρικο
Γενικήφουκαριάρικουφουκαριάρικηςφουκαριάρικου
Αιτιατικήφουκαριάρικοφουκαριάρικηφουκαριάρικο
Κλητικήφουκαριάρικεφουκαριάρικηφουκαριάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφουκαριάρικοιφουκαριάρικεςφουκαριάρικα
Γενικήφουκαριάρικωνφουκαριάρικωνφουκαριάρικων
Αιτιατικήφουκαριάρικουςφουκαριάρικεςφουκαριάρικα
Κλητικήφουκαριάρικοιφουκαριάρικεςφουκαριάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →