φουντουκιά
•
- φυλλοβόλο δένδρο ή θάμνος (λατινική ονομασία Corylus)· καρποί του τα φουντούκια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
→ δείτε τη λέξη φουντούκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουντουκιά | φουντουκιές |
| Γενική | φουντουκιάς | φουντουκιών |
| Αιτιατική | φουντουκιά | φουντουκιές |
| Κλητική | φουντουκιά | φουντουκιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →