φουντούκι
•
- ο εδώδιμος ξηρός καρπός από το δέντρο της φουντουκιάς Βικιλεξικό
- 1888 - Α. Γ. Πασπάτης, Το Χιακόν γλωσσάριον, Αθήνα, τυπογραφείο των Αδεφών Περρή, σελ. 377
- 1894 - Χαράλαμπος Άννινος, Ἀττικαί Ἡμέραι, Α. Πνευματισμός σελ.24.@anemi. Αττικαί ημέραι, Α, στη Βικιθήκη [μεταγραφή σε μονοτονικό]
- 1951 - Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος (Ιωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος), Οι αιχμάλωτοι [μυθιστόρημα]. Εκδόσεις. Αετός, σελ. 74 απόσπασμα@books.google
Ετυμολογία
φουντούκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική فندق (funduk, fındık) (τουρκικά fındık) < περσική فُنْدُق (funduq) < αραβική فُنْدُق (funduq) < μέση περσική pndk' < ελληνιστική κοινή Ποντικὸν κάρυον (καρύδι από την περιοχή του Πόντου) (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουντούκι | φουντούκια |
| Γενική | φουντουκιού | φουντουκιών |
| Αιτιατική | φουντούκι | φουντούκια |
| Κλητική | φουντούκι | φουντούκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →