φουρνίζω
•
- βάζω κάτι για ψήσιμο στο φούρνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουρνίζω < μεσαιωνική ελληνική φουρνίζω < (ελληνιστική κοινή) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φουρνίζω | φουρνίζεις | φουρνίζει | φουρνίζουμε | φουρνίζετε | φουρνίζουν / φουρνίζουνε |
| Παρατατικός | φούρνιζα | φούρνιζες | φούρνιζε | φουρνίζαμε | φουρνίζατε | φουρνίζαν / φουρνίζανε / φούρνιζαν |
| Αόριστος | φούρνισα | φούρνισες | φούρνισε | φουρνίσαμε | φουρνίσατε | φουρνίσαν / φουρνίσανε / φούρνισαν |
| Μέλλοντας | θα φουρνίζω / θα φουρνίσω | θα φουρνίζεις / θα φουρνίσεις | θα φουρνίζει / θα φουρνίσει | θα φουρνίζουμε / θα φουρνίσουμε | θα φουρνίζετε / θα φουρνίσετε | θα φουρνίζουν / θα φουρνίζουνε / θα φουρνίσουν / θα φουρνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φουρνίσει | έχεις φουρνίσει | έχει φουρνίσει | έχουμε φουρνίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φουρνίσει | είχες φουρνίσει | είχε φουρνίσει | είχαμε φουρνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φουρνίσει / να φουρνίζω / να φουρνίσω | να έχεις φουρνίσει / να φουρνίζεις / να φουρνίσεις | να έχει φουρνίσει / να φουρνίζει / να φουρνίσει | να έχουμε φουρνίσει / να φουρνίζουμε / να φουρνίσουμε | να φουρνίζετε / να φουρνίσετε | να φουρνίζουν / να φουρνίζουνε / να φουρνίσουν / να φουρνίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε φουρνισμένο / φούρνιζε / φούρνισε | — | — | φουρνίζετε / φουρνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →