Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουρτούνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η τρικυμία, δηλαδή θαλασσοταραχή με ανέμους έντασης πάνω από 7-8 μποφόρ Βικιλεξικό
    • Ποια φουρτούνα θα με πνίξει / και ποιο κύμα άγριο / κι από κάποιο ακροθαλάσσι / το χαμπάρι μου θα φτάσει / σήμερα ή αύριο.
  2. στενοχώρια, προβλήματα, αναστάτωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φουρτούνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φουρτούνα < φορτούνα < βενετική fortuna ή παλαιά ιταλική (τύχη, κακή τύχη, καταιγίδα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφουρτούναφουρτούνες
Γενικήφουρτούναςφουρτουνών
Αιτιατικήφουρτούναφουρτούνες
Κλητικήφουρτούναφουρτούνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →