φουρτούνα
•
- η τρικυμία, δηλαδή θαλασσοταραχή με ανέμους έντασης πάνω από 7-8 μποφόρ Βικιλεξικό
- Ποια φουρτούνα θα με πνίξει / και ποιο κύμα άγριο / κι από κάποιο ακροθαλάσσι / το χαμπάρι μου θα φτάσει / σήμερα ή αύριο.
- στενοχώρια, προβλήματα, αναστάτωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουρτούνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φουρτούνα < φορτούνα < βενετική fortuna ή παλαιά ιταλική (τύχη, κακή τύχη, καταιγίδα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουρτούνα | φουρτούνες |
| Γενική | φουρτούνας | φουρτουνών |
| Αιτιατική | φουρτούνα | φουρτούνες |
| Κλητική | φουρτούνα | φουρτούνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →