Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουχτίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του φούχτα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φουχτίτσα < φούχτα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφουχτίτσαφουχτίτσες
Γενικήφουχτίτσας—
Αιτιατικήφουχτίτσαφουχτίτσες
Κλητικήφουχτίτσαφουχτίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →