φούχτα
•
- η χούφτα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάποσότητα υλικού που μπορεί να χωρέσει σε μια χούφτα Βικιλεξικό
- Έσκυψε, πήρε μια φούχτα χώμα και το φίλησε. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- η παλάμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φούχτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φοῦχτα / φοῦκτα < *φουκτίζω < πιθανόν συγγενές με αρχαία ελληνική πυγμή ή κατ' άλλη άποψη (αρχαία ελληνική πυκτίζω / πυκτεύω / βοιωτικός τύπος πουκτεύω < πύκτης < πύξ. Δείτε και χούφτα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φούχτα | φούχτες |
| Γενική | φούχτας | φουχτών |
| Αιτιατική | φούχτα | φούχτες |
| Κλητική | φούχτα | φούχτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →