Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φούντι

/ˈfun.di/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κάθε σανίδα στον πάτο ενός βαρελιού Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικόπαραδοσιακή φορεσιά που αποτελείται από φουστάνι ή / και πουκάμισο με κεντημένα μανίκια και άλλα στοιχεία Βικιλεξικό
    • Η ενδυμασία έχει στοιχεία από το φούντι της Μεσογείτισσας με το χαρακτηριστικό πουκάμισο με το κέντημα στο κάτω μέρος και τα κεντημένα μανίκια του τζάκου. (http://okeanis.lib2.uniwa.gr)
    • Φούντι: Η πρώτη φορεσιά των Μεγάρων. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η φορεσιά διαφοροποιούνταν ανάλογα την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Η πλουσιότερη νύφη φορούσε το “φούντι”, ένα φουστάνι με κεντημένα μανίκια από ακριβοπληρωμένες κεντήστρες, στο κεφάλι ένα φέσι με παράδες (νομίσματα) και στο στήθος κωνσταντινάτα ή χρυσά φλουριά. Το ”φούντι” αποτελείται από το φουστάνι που υπάρχει και στα “κατηφένια”, τα μεσοφόρια, ένα πουκάμισο με κεντημένα μανίκια, το κοντοζίπουνο, την τραχηλιά που καλύπτει το στήθος που είναι από χρωματιστό πανί και μια χρωματιστή κοφτή ποδιά με στρογγυλεμένες γωνίες. (https://pamemegara.gr)
  3. μονάδα μέτρησηςμονάδα μέτρησης μάζας, που ισούται με τη γερμανική λίβρα ή λίμπρα που ισοδυναμούσε με μισό κιλό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φούντι < (άμεσο δάνειο) ιταλική σημασία: βάθος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφούντιφούντια
Γενικήφουντιούφουντιών
Αιτιατικήφούντιφούντια
Κλητικήφούντιφούντια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →