φράγμα
•
- κατασκευή που εμποδίζει την ελεύθερη ροή ενός ποταμού και δημιουργεί μια τεχνητή λίμνη, υδατοφράκτης Βικιλεξικό
- Το φράγμα του Ασουάν
- Το φράγμα στον ταμιευτήρα του Μαραθώνα
- κάτι που θεωρείται το ανώτατο όριο Βικιλεξικό
- Το φράγμα του ήχου/Το ευρώ ξεπέρασε το φράγμα του δολαρίου
- εμπόδιο, οτιδήποτε φράζει Βικιλεξικό
- Η μουσική βοηθά να ξεπεραστεί το φράγμα της γλώσσας και ενώνει τους λαούς
- ποτέ οι πωλήσεις των βιβλίων μου δεν ξεπερνούσαν το φράγμα της πρώτης, άντε το πολύ της δεύτερης έκδοσης. «Μη στενοχωριέσαι. Είναι γιατί είσαι ιδιαίτερος συγγραφέας. Σε διαβάζουν λίγοι αλλά εκλεκτοί ... » Με τέτοια με παρηγορούσε ο μπαγάσας. Ήταν από τους δυο τρεις που έβγαινα για ποτό και που εμπιστευόμουν τα χειρόγραφα να ακούσω τη γνώμη τους. (Κώστας Ακριβός, Γάλα Μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
Ετυμολογία
φράγμα < αρχαία ελληνική φράγμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φράγμα | φράγματα |
| Γενική | φράγματος | φραγμάτων |
| Αιτιατική | φράγμα | φράγματα |
| Κλητική | φράγμα | φράγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →