φρέρης
•
- καθολικός ιερέας που εκτελεί χρέη δασκάλου Βικιλεξικό
- Ὁ φρέρης μὲ τὰ γένια σὰ νἆπε κάτι στὴν παράταξή του καὶ τάχυναν τὸ βῆμα. (Κοσμάς Πολίτης, Eroica, Αθήνα 1938)
Ετυμολογία
φρέρης < (άμεσο δάνειο) γαλλική frère + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρέρης | φρέρηδες |
| Γενική | φρέρη | φρέρηδων |
| Αιτιατική | φρέρη | φρέρηδες |
| Κλητική | φρέρη | φρέρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →