Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φρακτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιολογιότερη εκφορά του φραχτός Βικιλεξικό
  2. λόγιολογιότερη εκφορά του φραχτός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φρακτός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φρακτός Συγκρίνετε με το φραχτός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφρακτόςφρακτήφρακτό
Γενικήφρακτούφρακτήςφρακτού
Αιτιατικήφρακτόφρακτήφρακτό
Κλητικήφρακτέφρακτήφρακτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφρακτοίφρακτέςφρακτά
Γενικήφρακτώνφρακτώνφρακτών
Αιτιατικήφρακτούςφρακτέςφρακτά
Κλητικήφρακτοίφρακτέςφρακτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →