Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φραστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που γίνεται μέσω του λόγου· λεκτικός, προφορικός ή εκφραστικός Βικιλεξικό
    • Το λάθος στο κείμενο ήταν φραστικό, πρόκειται για παρερμηνεία (συντακτικό λάθος ή επιλογή άκομψης λέξης)
    • Οι δύο άνδρες είχαν έναν φραστικό διαπληκτισμό (τσακώθηκαν αλλά αντάλλαξαν κουβέντες χωρίς να έρθουν στα χέρια)
  2. γλωσσολογίαπου σχετίζεται με τη φράση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φραστικός < 1. (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φραστικός 2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική phrastique, αγγλική phrasal

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφραστικόςφραστικήφραστικό
Γενικήφραστικούφραστικήςφραστικού
Αιτιατικήφραστικόφραστικήφραστικό
Κλητικήφραστικέφραστικήφραστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφραστικοίφραστικέςφραστικά
Γενικήφραστικώνφραστικώνφραστικών
Αιτιατικήφραστικούςφραστικέςφραστικά
Κλητικήφραστικοίφραστικέςφραστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →