φρενήρης
•
- έξαλλος, φρενιασμένος, οργισμένος, εκτός εαυτού Βικιλεξικό
- ανεξέλεγκτος Βικιλεξικό
- φρενήρης καταδίωξη
Ετυμολογία
φρενήρης < αρχαία ελληνική φρενήρης < φρήν + ἀραρίσκω ((σημασιολογικό δάνειο) ιταλική frenetico )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φρενήρης | φρενήρης | φρενήρες |
| Γενική | φρενήρους | φρενήρους | φρενήρους |
| Αιτιατική | φρενήρη | φρενήρη | φρενήρες |
| Κλητική | φρενήρη / φρενήρης | φρενήρης | φρενήρες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φρενήρεις | φρενήρεις | φρενήρη |
| Γενική | φρενήρων | φρενήρων | φρενήρων |
| Αιτιατική | φρενήρεις | φρενήρεις | φρενήρη |
| Κλητική | φρενήρεις | φρενήρεις | φρενήρη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →