Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φρενήρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. έξαλλος, φρενιασμένος, οργισμένος, εκτός εαυτού Βικιλεξικό
  2. ανεξέλεγκτος Βικιλεξικό
    • φρενήρης καταδίωξη

Ετυμολογία

φρενήρης < αρχαία ελληνική φρενήρης < φρήν + ἀραρίσκω ((σημασιολογικό δάνειο) ιταλική frenetico )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφρενήρηςφρενήρηςφρενήρες
Γενικήφρενήρουςφρενήρουςφρενήρους
Αιτιατικήφρενήρηφρενήρηφρενήρες
Κλητικήφρενήρη / φρενήρηςφρενήρηςφρενήρες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφρενήρειςφρενήρειςφρενήρη
Γενικήφρενήρωνφρενήρωνφρενήρων
Αιτιατικήφρενήρειςφρενήρειςφρενήρη
Κλητικήφρενήρειςφρενήρειςφρενήρη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →