φρενιάζω
•
- γίνομαι έξαλλος, εκτός εαυτού, νιώθω φρενίτιδα, οργή Βικιλεξικό
- Φρένιασε η πρώην όταν τον είδε με τη δεύτερη γυναίκα του
- κάνω έξαλλο κάποιον άλλον, τον εξωθώ στα άκρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φρενιάζω < μεσαιωνικό ρήμα φρενιάζω < αρχαία ελληνική φρένες
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φρενιάζω | φρενιάζεις | φρενιάζει | φρενιάζουμε | φρενιάζετε | φρενιάζουν / φρενιάζουνε |
| Παρατατικός | φρένιαζα | φρένιαζες | φρένιαζε | φρενιάζαμε | φρενιάζατε | φρένιαζαν / φρενιάζαν / φρενιάζανε |
| Αόριστος | φρένιασα | φρένιασες | φρένιασε | φρενιάσαμε | φρενιάσατε | φρένιασαν / φρενιάσαν / φρενιάσανε |
| Μέλλοντας | θα φρενιάζω / θα φρενιάσω | θα φρενιάζεις / θα φρενιάσεις | θα φρενιάζει / θα φρενιάσει | θα φρενιάζουμε / θα φρενιάσουμε | θα φρενιάζετε / θα φρενιάσετε | θα φρενιάζουν / θα φρενιάζουνε / θα φρενιάσουν / θα φρενιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φρενιάσει | έχεις φρενιάσει | έχει φρενιάσει | έχουμε φρενιάσει | έχετε φρενιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φρενιάσει | είχες φρενιάσει | είχε φρενιάσει | είχαμε φρενιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φρενιάσει / να φρενιάζω / να φρενιάσω | να έχεις φρενιάσει / να φρενιάζεις / να φρενιάσεις | να έχει φρενιάσει / να φρενιάζει / να φρενιάσει | να έχουμε φρενιάσει / να φρενιάζουμε / να φρενιάσουμε | να έχετε φρενιάσει / να φρενιάζετε / να φρενιάσετε | να φρενιάζουν / να φρενιάζουνε / να φρενιάσουν / να φρενιάσουνε |
| Προστακτική | — | φρένιαζε / φρένιασε | — | — | φρενιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φρενιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →