Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φριξονέρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαογραφίανερό που έχει καθαγιαστεί (με την εμβάπτιση σ’ αυτό ιερών λειψάνων ή άλλους τρόπους και πιστεύεται ότι έχει θεραπευτικές και ιαματικές ιδιότητες) Βικιλεξικό
  2. λαογραφίαέκχυμα ρίζας ελλέβορου που πιστεύεται ότι καταπραΰνει τη φρίκη της λεχώνας και τη θωρακίζει από τη βασκανία από κακό μάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φριξονέρι < φρίττω (αόριστος: έφριξα) + -ο- + νερό + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφριξονέριφριξονέρια
Γενικήφριξονεριούφριξονεριών
Αιτιατικήφριξονέριφριξονέρια
Κλητικήφριξονέριφριξονέρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →