φριξονέρι
•
- λαογραφίανερό που έχει καθαγιαστεί (με την εμβάπτιση σ’ αυτό ιερών λειψάνων ή άλλους τρόπους και πιστεύεται ότι έχει θεραπευτικές και ιαματικές ιδιότητες) Βικιλεξικό
- λαογραφίαέκχυμα ρίζας ελλέβορου που πιστεύεται ότι καταπραΰνει τη φρίκη της λεχώνας και τη θωρακίζει από τη βασκανία από κακό μάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φριξονέρι < φρίττω (αόριστος: έφριξα) + -ο- + νερό + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φριξονέρι | φριξονέρια |
| Γενική | φριξονεριού | φριξονεριών |
| Αιτιατική | φριξονέρι | φριξονέρια |
| Κλητική | φριξονέρι | φριξονέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →