φρου φρου
•
- ο σιγανός ήχος, το θρόισμα που παράγεται από την κίνηση του υφάσματος γυναικείων ρούχων Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός για άνθρωπο επιφανειακό, που θέλει να εντυπωσιάζει, να επιδεικνύεται με τρόπο ανούσιο Βικιλεξικό
- ιδίως στην έκφραση: Είναι όλο φρου φρου κι αρώματα (: διόλου ουσιαστική προσωπικότητα)
Ετυμολογία
φρου φρου < (λόγιο δάνειο) γαλλική frou-frou (θρόισμα υφάσματος) (ηχομιμητική λέξη)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →