φρυδού
•
- θηλυκό του φρυδάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φρυδού < φρυδ(άς) + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρυδού | φρυδούδες |
| Γενική | φρυδούς | φρυδούδων |
| Αιτιατική | φρυδού | φρυδούδες |
| Κλητική | φρυδού | φρυδούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →