φρυμένος
•
- λογοτεχνικόξεροψημένος, καβουρντισμένος, ξεραμένος, κατάξερος Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, αρχική έκδοση: 1920.
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Μ΄ στίχ. 251 (250-252) αρχική έκδοση: 1938, εκδόσεις: Τυπογραφεία Γ.Σ. Χρήστου, 1957 @google.gr/books.
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ισπανία, αρχική έκδοση: 1937, εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1966 @google.gr/books.
Ετυμολογία
φρυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φρύγω
Άλλοι τύποι
φρυμέναφρυμένεφρυμένεςφρυμένηφρυμένηςφρυμένοφρυμένοιφρυμένοςφρυμένουφρυμένουςφρυμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →