φταίξιμο
•
- η υπαιτιότητα για κάποιο σφάλμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φταίξιμο < φταίω (αόριστος: έφταιξα) + -ιμο (μεσαιωνική ελληνική φταίσιμον)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φταίξιμο | φταιξίματα |
| Γενική | φταιξίματος | φταιξιμάτων |
| Αιτιατική | φταίξιμο | φταιξίματα |
| Κλητική | φταίξιμο | φταιξίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →