φταίω
•
- είμαι υπαίτιος για κάποιο σφάλμα, κάτι δυσάρεστο ή αρνητικό Βικιλεξικό
- Φταίω εγώ που στο είπα. (δεν έπρεπε να στο έχω πει)
- κάνω κάποιο σφάλμα Βικιλεξικό
- Ζητώ συγγνώμη, εγώ έφταιξα.
Ετυμολογία
φταίω < μεσαιωνική ελληνική φταίω < αρχαία ελληνική πταίω (κάνω κάποιον να παραπατήσει) με ανομοίωση του τρόπου άρθρωσης [pt < ft]
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φταίω | φταις | φταίει | φταίμε | φταίτε | φταίνε |
| Παρατατικός | έφταιγα | έφταιγες | έφταιγε | φταίγαμε | φταίγατε | έφταιγαν / φταίγανε |
| Αόριστος | έφταιξα | έφταιξες | έφταιξε | φταίξαμε | φταίξατε | έφταιξαν / φταίξαν / φταίξανε |
| Μέλλοντας | θα φταίξω / θα φταίω | θα φταίξεις / θα φταις | θα φταίει / θα φταίξει | θα φταίμε / θα φταίξουμε | θα φταίξετε / θα φταίτε | θα φταίνε / θα φταίξουν / θα φταίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω φταίξει | έχεις φταίξει | έχει φταίξει | έχουμε φταίξει | έχετε φταίξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φταίξει | είχες φταίξει | είχε φταίξει | είχαμε φταίξει | είχατε φταίξει | — |
| Υποτακτική | να έχω φταίξει / να φταίξω / να φταίω | να έχεις φταίξει / να φταίξεις / να φταις | να έχει φταίξει / να φταίει / να φταίξει | να έχουμε φταίξει / να φταίμε / να φταίξουμε | να έχετε φταίξει / να φταίξετε / να φταίτε | να φταίνε / να φταίξουν / να φταίξουνε |
| Προστακτική | — | φταίξε | — | — | φταίξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →