φτερνιά
•
- λογοτεχνικόχτύπημα σε ζώο (άλογο, μουλάρι κ.πλ.) με τη φτέρνα η με πτερνιστήρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτερνιά < φτέρνα + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτερνιά | φτερνιές |
| Γενική | φτερνιάς | φτερνιών |
| Αιτιατική | φτερνιά | φτερνιές |
| Κλητική | φτερνιά | φτερνιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →