φτερουγίζω
•
- πετώ, κουνώ τα φτερά μου Βικιλεξικό
- Τα πουλάκια στο προαύλιο της εκκλησίας φτερούγισαν μακριά, τρομαγμένα από τα βεγγαλικά.
- μεταφορικάγια έντονο συναίσθημα ψυχικού πόνου ή ξαφνικής χαράς Βικιλεξικό
- Φτερουγίζει η καρδιά του κάθε φορά που βλέπει τη Μαρία.
- μεταφορικάταξιδεύω γοργά Βικιλεξικό
- Φτερούγισε η φαντασία μου/η σκέψη μου.
Ετυμολογία
φτερουγίζω < πτερυγίζω < πτέρυξ-υγος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φτερουγίζω | φτερουγίζεις | φτερουγίζει | φτερουγίζουμε | φτερουγίζετε | φτερουγίζουν / φτερουγίζουνε |
| Παρατατικός | φτερούγιζα | φτερούγιζες | φτερούγιζε | φτερουγίζαμε | φτερουγίζατε | φτερουγίζαν / φτερουγίζανε / φτερούγιζαν |
| Αόριστος | φτερούγισα | φτερούγισες | φτερούγισε | φτερουγίσαμε | φτερουγίσατε | φτερουγίσαν / φτερουγίσανε / φτερούγισαν |
| Μέλλοντας | θα φτερουγίζω / θα φτερουγίσω | θα φτερουγίζεις / θα φτερουγίσεις | θα φτερουγίζει / θα φτερουγίσει | θα φτερουγίζουμε / θα φτερουγίσουμε | θα φτερουγίζετε / θα φτερουγίσετε | θα φτερουγίζουν / θα φτερουγίζουνε / θα φτερουγίσουν / θα φτερουγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φτερουγίσει | έχεις φτερουγίσει | έχει φτερουγίσει | έχουμε φτερουγίσει | έχετε φτερουγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φτερουγίσει | είχες φτερουγίσει | είχε φτερουγίσει | είχαμε φτερουγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φτερουγίσει / να φτερουγίζω / να φτερουγίσω | να έχεις φτερουγίσει / να φτερουγίζεις / να φτερουγίσεις | να έχει φτερουγίσει / να φτερουγίζει / να φτερουγίσει | να έχουμε φτερουγίσει / να φτερουγίζουμε / να φτερουγίσουμε | να έχετε φτερουγίσει / να φτερουγίζετε / να φτερουγίσετε | να φτερουγίζουν / να φτερουγίζουνε / να φτερουγίσουν / να φτερουγίσουνε |
| Προστακτική | — | φτερούγιζε / φτερούγισε | — | — | φτερουγίζετε / φτερουγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →