Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτερουγίζω

ρήμα
•
  1. πετώ, κουνώ τα φτερά μου Βικιλεξικό
    • Τα πουλάκια στο προαύλιο της εκκλησίας φτερούγισαν μακριά, τρομαγμένα από τα βεγγαλικά.
  2. μεταφορικάγια έντονο συναίσθημα ψυχικού πόνου ή ξαφνικής χαράς Βικιλεξικό
    • Φτερουγίζει η καρδιά του κάθε φορά που βλέπει τη Μαρία.
  3. μεταφορικάταξιδεύω γοργά Βικιλεξικό
    • Φτερούγισε η φαντασία μου/η σκέψη μου.

Ετυμολογία

φτερουγίζω < πτερυγίζω < πτέρυξ-υγος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφτερουγίζωφτερουγίζειςφτερουγίζειφτερουγίζουμεφτερουγίζετεφτερουγίζουν / φτερουγίζουνε
Παρατατικόςφτερούγιζαφτερούγιζεςφτερούγιζεφτερουγίζαμεφτερουγίζατεφτερουγίζαν / φτερουγίζανε / φτερούγιζαν
Αόριστοςφτερούγισαφτερούγισεςφτερούγισεφτερουγίσαμεφτερουγίσατεφτερουγίσαν / φτερουγίσανε / φτερούγισαν
Μέλλονταςθα φτερουγίζω / θα φτερουγίσωθα φτερουγίζεις / θα φτερουγίσειςθα φτερουγίζει / θα φτερουγίσειθα φτερουγίζουμε / θα φτερουγίσουμεθα φτερουγίζετε / θα φτερουγίσετεθα φτερουγίζουν / θα φτερουγίζουνε / θα φτερουγίσουν / θα φτερουγίσουνε
Παρακείμενοςέχω φτερουγίσειέχεις φτερουγίσειέχει φτερουγίσειέχουμε φτερουγίσειέχετε φτερουγίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα φτερουγίσειείχες φτερουγίσειείχε φτερουγίσειείχαμε φτερουγίσει——
Υποτακτικήνα έχω φτερουγίσει / να φτερουγίζω / να φτερουγίσωνα έχεις φτερουγίσει / να φτερουγίζεις / να φτερουγίσειςνα έχει φτερουγίσει / να φτερουγίζει / να φτερουγίσεινα έχουμε φτερουγίσει / να φτερουγίζουμε / να φτερουγίσουμενα έχετε φτερουγίσει / να φτερουγίζετε / να φτερουγίσετενα φτερουγίζουν / να φτερουγίζουνε / να φτερουγίσουν / να φτερουγίσουνε
Προστακτική—φτερούγιζε / φτερούγισε——φτερουγίζετε / φτερουγίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →