φτιάχνω
•
- κάνω, δημιουργώ ή κατασκευάζω κάτι Βικιλεξικό
- Τι να φτιάξω σήμερα για φαΐ;
- Όταν είμαστε μικροί φτιάχναμε ξύλινα σπαθιά.
- Τι φτιάχνεις; (τι κάνεις; πώς είσαι;)
- κατ’ επέκτασηεπιδιορθώνω ή μεταποιώ κάτι Βικιλεξικό
- Ακόμα δεν έφτιαξες την πόρτα να μην χτυπάει;
- για πρόσωπο«φτιάχνω κάποιον» Βικιλεξικό
- για πρόσωπο«φτιάχνω κάποιον» Βικιλεξικό
- για πρόσωπο«φτιάχνω κάποιον» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτιάχνω < φτειάχνω < μεσαιωνική ελληνική φτειάνω < φθειάνω < αρχαία ελληνική εὐθειάζω < εὐθύς. Παραβάλετε και το φτηνός από το εὐθηνός για την αλλαγή [ευθ > φτ].
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φτιάχνω | φτιάχνεις | φτιάχνει | φτιάχνουμε | φτιάχνετε | φτιάχνουν / φτιάχνουνε |
| Παρατατικός | έφτιαχνα | έφτιαχνες | έφτιαχνε | φτιάχναμε | φτιάχνατε | έφτιαχναν / φτιάχναν / φτιάχνανε |
| Αόριστος | έφτιαξα | έφτιαξες | έφτιαξε | φτιάξαμε | φτιάξατε | έφτιαξαν / φτιάξαν / φτιάξανε |
| Μέλλοντας | θα φτιάξω / θα φτιάχνω | θα φτιάξεις / θα φτιάχνεις | θα φτιάξει / θα φτιάχνει | θα φτιάξουμε / θα φτιάχνουμε | θα φτιάξετε / θα φτιάχνετε | θα φτιάξουν / θα φτιάξουνε / θα φτιάχνουν / θα φτιάχνουνε |
| Παρακείμενος | έχω φτιάξει | έχεις φτιάξει | έχει φτιάξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φτιάξει | είχες φτιάξει | είχε φτιάξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φτιάξει / να φτιάξω / να φτιάχνω | να έχεις φτιάξει / να φτιάξεις / να φτιάχνεις | να έχει φτιάξει / να φτιάξει / να φτιάχνει | να φτιάξουμε / να φτιάχνουμε | να φτιάξετε / να φτιάχνετε | να φτιάξουν / να φτιάξουνε / να φτιάχνουν / να φτιάχνουνε |
| Προστακτική | — | έχε φτιαγμένο / φτιάξε / φτιάχνε | — | — | φτιάξτε / φτιάχνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →