Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτιάχνω

/ˈftça.xno/ρήμα
•
  1. κάνω, δημιουργώ ή κατασκευάζω κάτι Βικιλεξικό
    • Τι να φτιάξω σήμερα για φαΐ;
    • Όταν είμαστε μικροί φτιάχναμε ξύλινα σπαθιά.
    • Τι φτιάχνεις; (τι κάνεις; πώς είσαι;)
  2. κατ’ επέκτασηεπιδιορθώνω ή μεταποιώ κάτι Βικιλεξικό
    • Ακόμα δεν έφτιαξες την πόρτα να μην χτυπάει;
  3. για πρόσωπο«φτιάχνω κάποιον» Βικιλεξικό
  4. για πρόσωπο«φτιάχνω κάποιον» Βικιλεξικό
  5. για πρόσωπο«φτιάχνω κάποιον» Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φτιάχνω < φτειάχνω < μεσαιωνική ελληνική φτειάνω < φθειάνω < αρχαία ελληνική εὐθειάζω < εὐθύς. Παραβάλετε και το φτηνός από το εὐθηνός για την αλλαγή [ευθ > φτ].

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφτιάχνωφτιάχνειςφτιάχνειφτιάχνουμεφτιάχνετεφτιάχνουν / φτιάχνουνε
Παρατατικόςέφτιαχναέφτιαχνεςέφτιαχνεφτιάχναμεφτιάχνατεέφτιαχναν / φτιάχναν / φτιάχνανε
Αόριστοςέφτιαξαέφτιαξεςέφτιαξεφτιάξαμεφτιάξατεέφτιαξαν / φτιάξαν / φτιάξανε
Μέλλονταςθα φτιάξω / θα φτιάχνωθα φτιάξεις / θα φτιάχνειςθα φτιάξει / θα φτιάχνειθα φτιάξουμε / θα φτιάχνουμεθα φτιάξετε / θα φτιάχνετεθα φτιάξουν / θα φτιάξουνε / θα φτιάχνουν / θα φτιάχνουνε
Παρακείμενοςέχω φτιάξειέχεις φτιάξειέχει φτιάξει———
Υπερσυντέλικοςείχα φτιάξειείχες φτιάξειείχε φτιάξει———
Υποτακτικήνα έχω φτιάξει / να φτιάξω / να φτιάχνωνα έχεις φτιάξει / να φτιάξεις / να φτιάχνειςνα έχει φτιάξει / να φτιάξει / να φτιάχνεινα φτιάξουμε / να φτιάχνουμενα φτιάξετε / να φτιάχνετενα φτιάξουν / να φτιάξουνε / να φτιάχνουν / να φτιάχνουνε
Προστακτική—έχε φτιαγμένο / φτιάξε / φτιάχνε——φτιάξτε / φτιάχνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →