Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτιασιδώνω

ρήμα
•
  1. προσπαθώ να κάνω κάτι πιο όμορφο χρησιμοποιώντας φτιασίδια Βικιλεξικό
  2. μειωτικόμακιγιάρω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φτιασιδώνω < φτιασίδι + -ώνω < μεσαιωνική ελληνική φτειάνω / φθειάνω < εὐθειάζω < αρχαία ελληνική εὐθεία, θηλυκό του εὐθύς (Υπάρχει και η άποψη: < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική φύκιον / φυκίον, υποκοριστικό του φῦκος. Σ’ αυτή την περίπτωση προηγείται ο τύπος φκιασίδι / φκιασιδώνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφτιασιδώνωφτιασιδώνειςφτιασιδώνειφτιασιδώνουμεφτιασιδώνετεφτιασιδώνουν / φτιασιδώνουνε
Παρατατικόςφτιασίδωναφτιασίδωνεςφτιασίδωνεφτιασιδώναμεφτιασιδώνατεφτιασίδωναν / φτιασιδώναν / φτιασιδώνανε
Αόριστοςφτιασίδωσαφτιασίδωσεςφτιασίδωσεφτιασιδώσαμεφτιασιδώσατεφτιασίδωσαν / φτιασιδώσαν / φτιασιδώσανε
Μέλλονταςθα φτιασιδώνω / θα φτιασιδώσωθα φτιασιδώνεις / θα φτιασιδώσειςθα φτιασιδώνει / θα φτιασιδώσειθα φτιασιδώνουμε / θα φτιασιδώσουμεθα φτιασιδώνετε / θα φτιασιδώσετεθα φτιασιδώνουν / θα φτιασιδώνουνε / θα φτιασιδώσουν / θα φτιασιδώσουνε
Παρακείμενοςέχω φτιασιδώσειέχεις φτιασιδώσειέχει φτιασιδώσειέχουμε φτιασιδώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα φτιασιδώσειείχες φτιασιδώσειείχε φτιασιδώσειείχαμε φτιασιδώσει——
Υποτακτικήνα έχω φτιασιδώσει / να φτιασιδώνω / να φτιασιδώσωνα έχεις φτιασιδώσει / να φτιασιδώνεις / να φτιασιδώσειςνα έχει φτιασιδώσει / να φτιασιδώνει / να φτιασιδώσεινα έχουμε φτιασιδώσει / να φτιασιδώνουμε / να φτιασιδώσουμενα φτιασιδώνετε / να φτιασιδώσετενα φτιασιδώνουν / να φτιασιδώνουνε / να φτιασιδώσουν / να φτιασιδώσουνε
Προστακτική—φτιασίδωνε / φτιασίδωσε——φτιασιδώνετε / φτιασιδώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

φτιασιδώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →