φτιασίδι
•
- προφορικόκαλλυντικό, ψιμύθιο για το πρόσωπο, με υπαινιγμό υπερβολής, φτηνού ή κακού αποτελέσματος Βικιλεξικό
- Τι τα θες τα φτιασίδια; Μια χαρά ήσουνα πριν
- προφορικόοτιδήποτε λέγεται ή προστίθεται σε προσπάθεια εξωραϊσμού προσώπου, αντικειμένου, κατάστασης Βικιλεξικό
- Η κατάσταση δεν σωνότανε με φτιασίδια, χρειάζονταν τομές και αλλαγές ουσίας
Ετυμολογία
φτιασίδι < :* για τη γραφή με ⟨ι⟩ < υποκοριστικό ουσιαστικού από το μεσαιωνικό εὐθειάζω, όπως στoν τύπο φτιάνω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική φύκιον / φυκίον, υποκοριστικό του φῦκος (κοκκινάδι για χείλια από φύκι). Σ’ αυτή την περίπτωση προηγείται ο τύπος φκιασίδι με παρετυμολόγηση προς το φτιάνω :* για τη γραφή με ⟨ει⟩ < μεσαιωνική ελληνική φτειάνω / φθειάνω < εὐθειάζω (< αρχαία ελληνική εὐθεία, θηλυκό του εὐθύς), θέμα αορίστου φτειασ (ἔφτειασα) + -ίδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτιασίδι | φτιασίδια |
| Γενική | φτιασιδιού | φτιασιδιών |
| Αιτιατική | φτιασίδι | φτιασίδια |
| Κλητική | φτιασίδι | φτιασίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →