Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτωχικός

/fto.çiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει, αναφέρεται ή ταιριάζει σε φτωχό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φτωχικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτωχικός με ανομοίωση του τρόπου της άρθρωσης [pf] < [ft] < πτωχ(ός)+ -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφτωχικόςφτωχικήφτωχικό
Γενικήφτωχικούφτωχικήςφτωχικού
Αιτιατικήφτωχικόφτωχικήφτωχικό
Κλητικήφτωχικέφτωχικήφτωχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφτωχικοίφτωχικέςφτωχικά
Γενικήφτωχικώνφτωχικώνφτωχικών
Αιτιατικήφτωχικούςφτωχικέςφτωχικά
Κλητικήφτωχικοίφτωχικέςφτωχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →