Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλούσιος

/ˈplu.si.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μεγάλη κινητή ή ακίνητη περιουσία Βικιλεξικό
    • Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. που έχει κάτι σε μεγάλη ποσότητα ή αφθονία Βικιλεξικό
    • Αυτή η γκανάς σοκολάτας είναι η τελειότερη κρέμα που μπορείτε να φτιάξετε: λεία, βελούδινη, σταθερή και γεμάτη πλούσια σοκολατένια γεύση. Ιδανική για γέμιση, επικάλυψη, αλλά και για κορμούς και τούρτες. (Γκανάς σοκολάτας (Ganache) για επικάλυψη κορμού και τούρτας, ανακτήθηκε στις 12/11/2025, argiro.gr https://www.argiro.gr/recipe/gkanas-krema-sokolatas-gia-epikalupsi-kormou-kai-tourtas/)

Ετυμολογία

πλούσιος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλούσιος < πλοῦτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλούσιοςπλούσιαπλούσιο
Γενικήπλούσιουπλούσιαςπλούσιου
Αιτιατικήπλούσιοπλούσιαπλούσιο
Κλητικήπλούσιεπλούσιαπλούσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλούσιοιπλούσιεςπλούσια
Γενικήπλούσιωνπλούσιωνπλούσιων
Αιτιατικήπλούσιουςπλούσιεςπλούσια
Κλητικήπλούσιοιπλούσιεςπλούσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →