πλούσιος
•
- που έχει μεγάλη κινητή ή ακίνητη περιουσία Βικιλεξικό
- Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- που έχει κάτι σε μεγάλη ποσότητα ή αφθονία Βικιλεξικό
- Αυτή η γκανάς σοκολάτας είναι η τελειότερη κρέμα που μπορείτε να φτιάξετε: λεία, βελούδινη, σταθερή και γεμάτη πλούσια σοκολατένια γεύση. Ιδανική για γέμιση, επικάλυψη, αλλά και για κορμούς και τούρτες. (Γκανάς σοκολάτας (Ganache) για επικάλυψη κορμού και τούρτας, ανακτήθηκε στις 12/11/2025, argiro.gr https://www.argiro.gr/recipe/gkanas-krema-sokolatas-gia-epikalupsi-kormou-kai-tourtas/)
Ετυμολογία
πλούσιος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλούσιος < πλοῦτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλούσιος | πλούσια | πλούσιο |
| Γενική | πλούσιου | πλούσιας | πλούσιου |
| Αιτιατική | πλούσιο | πλούσια | πλούσιο |
| Κλητική | πλούσιε | πλούσια | πλούσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλούσιοι | πλούσιες | πλούσια |
| Γενική | πλούσιων | πλούσιων | πλούσιων |
| Αιτιατική | πλούσιους | πλούσιες | πλούσια |
| Κλητική | πλούσιοι | πλούσιες | πλούσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →