φτώχεμα
•
- το να γίνεται κάτι πιο φτωχό Βικιλεξικό
- η οικονομική πορεία από μια ανώτερη ή μέση οικονομική κατάσταση, στην κατάσταση της φτώχειας Βικιλεξικό
- σπάνιοη πτώχευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτώχεμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πτώχεμα κατά το φτωχαίνω < αρχαία ελληνική πτωχεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτώχεμα | φτωχέματα |
| Γενική | φτωχέματος | φτωχεμάτων |
| Αιτιατική | φτώχεμα | φτωχέματα |
| Κλητική | φτώχεμα | φτωχέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →