φυγαδεύω
•
- βοηθώ κάποιον να ξεφύγει, μεταφέροντάς τον κάπου αλλού γι’ ασφάλεια Βικιλεξικό
- Ο κατηγορούμενος φυγαδεύτηκε από την πίσω πόρτα του δικαστηρίου, για να μην τον ξυλοκοπήσουν οι συγγενείς του θύματός του
Ετυμολογία
φυγαδεύω < αρχαία ελληνική φυγαδεύω < φυγάς < φεύγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φυγαδεύω | φυγαδεύεις | φυγαδεύει | φυγαδεύουμε | φυγαδεύετε | φυγαδεύουν / φυγαδεύουνε |
| Παρατατικός | φυγάδευα | φυγάδευες | φυγάδευε | φυγαδεύαμε | φυγαδεύατε | φυγάδευαν / φυγαδεύαν / φυγαδεύανε |
| Αόριστος | φυγάδευσα | φυγάδευσες | φυγάδευσε | φυγαδεύσαμε | φυγαδεύσατε | φυγάδευσαν / φυγαδεύσαν / φυγαδεύσανε |
| Μέλλοντας | θα φυγαδεύσω / θα φυγαδεύω | θα φυγαδεύεις / θα φυγαδεύσεις | θα φυγαδεύει / θα φυγαδεύσει | θα φυγαδεύουμε / θα φυγαδεύσουμε | θα φυγαδεύετε / θα φυγαδεύσετε | θα φυγαδεύουν / θα φυγαδεύουνε / θα φυγαδεύσουν / θα φυγαδεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φυγαδεύσει | έχεις φυγαδεύσει | έχει φυγαδεύσει | έχουμε φυγαδεύσει | έχετε φυγαδεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φυγαδεύσει | είχες φυγαδεύσει | είχε φυγαδεύσει | είχαμε φυγαδεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φυγαδεύσει / να φυγαδεύσω / να φυγαδεύω | να έχεις φυγαδεύσει / να φυγαδεύεις / να φυγαδεύσεις | να έχει φυγαδεύσει / να φυγαδεύει / να φυγαδεύσει | να έχουμε φυγαδεύσει / να φυγαδεύουμε / να φυγαδεύσουμε | να έχετε φυγαδεύσει / να φυγαδεύετε / να φυγαδεύσετε | να φυγαδεύουν / να φυγαδεύουνε / να φυγαδεύσουν / να φυγαδεύσουνε |
| Προστακτική | — | φυγάδευε / φυγάδευσε | — | — | φυγαδεύετε / φυγαδεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →