φεύγω
•
- κινούμαι από έναν τόπο με σκοπό να πάω κάπου αλλού, αφήνω ένα μέρος, αναχωρώ ή αποχωρώ Βικιλεξικό
- το τρένο φεύγει στις 8
- φεύγω από την Ελλάδα
- παραμερίζω, απομακρύνομαι (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) Βικιλεξικό
- φύγε από μπροστά μου, δεν βλέπω
- μη φεύγεις από το θέμα
- απαλλάσσω κάποιον από την παρουσία μου επειδή το θέλω εγώ (τον εγκαταλείπω) ή αυτός (επειδή με θεωρεί εμπόδιο) Βικιλεξικό
- αν φύγεις θα σκοτωθώ (αν με εγκαταλείψεις ερωτικά, αν χωρίσουμε)
- η Ελλάδα έφυγε από το ΝΑΤΟ εξαιτίας του Κυπριακού (βγήκε, έπαψε να συμμετέχει στο στρατιωτικό σκέλος της συμμαχίας)
- μου ξεκαθάρισε ότι πρέπει να φύγω από τη μέση
- παύω να υπάρχω, εξαφανίζομαι Βικιλεξικό
- να δω πώς θα φύγει τώρα ο λεκές
- πώς φεύγουν έτσι τα λεφτά
- διατίθεμαι, πωλούμαι Βικιλεξικό
- με χαμηλές τιμές φεύγει εύκολα το εμπόρευμα
- ξεφεύγω, δραπετεύω Βικιλεξικό
- ο κατάδικος τους έφυγε μέσα από τα χέρια
- δεν κατάλαβα πώς μου έφυγε το παιδί και βρέθηκε στο δρόμο
- μου φεύγει: χάνω τον έλεγχο ενός πράγματος, μου ξεφεύγει Βικιλεξικό
- του έφυγαν τα τσίσα
- του έφυγε το τιμόνι κι έπεσε στην κολώνα
- είναι εμπιστευτικά όλα αυτά, μη σου φύγει κουβέντα
- μεταφορικάπεθαίνω Βικιλεξικό
- πάει ο κυρ-Κώστας, έφυγε
Ετυμολογία
φεύγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φεύγω (το σκάω, ξεφεύγω) < αρχαία ελληνική φεύγω (τρέπομαι σε φυγή).
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φεύγω | φεύγεις | φεύγει | φεύγουμε | φεύγετε | φεύγουν / φεύγουνε |
| Παρατατικός | έφευγα | έφευγες | έφευγε | φεύγαμε | φεύγατε | έφευγαν / φεύγαν / φεύγανε |
| Αόριστος | έφυγα | έφυγες | έφυγε | φύγαμε | φύγατε | έφυγαν / φύγαν / φύγανε |
| Μέλλοντας | θα φεύγω / θα φύγω | θα φεύγεις / θα φύγεις | θα φεύγει / θα φύγει | θα φεύγουμε / θα φύγουμε | θα φεύγετε / θα φύγετε | θα φεύγουν / θα φεύγουνε / θα φύγουν / θα φύγουνε |
| Παρακείμενος | έχω φύγει | έχεις φύγει | έχει φύγει | έχουμε φύγει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φύγει | είχες φύγει | είχε φύγει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φύγει / να φεύγω / να φύγω | να έχεις φύγει / να φεύγεις / να φύγεις | να έχει φύγει / να φεύγει / να φύγει | να έχουμε φύγει / να φεύγουμε / να φύγουμε | να φεύγετε / να φύγετε | να φεύγουν / να φεύγουνε / να φύγουν / να φύγουνε |
| Προστακτική | — | φεύγε / φύγε | — | — | φεύγετε / φύγτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →