Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυγοκεντρικός

/fi.ɣo.cen.dɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που απομακρύνεται από το κέντρο, σχετικός με τη φυγόκεντρο δύναμη Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου χρησιμοποιούν τη φυγόκεντρο δύναμη για να επιτελέσουν το έργο τους, όπως για μετακίνηση, επεξεργασία ή διαχωρισμό ουσιών ή αντικειμένων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φυγοκεντρικός < φυγόκεντρ(ος) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική centrifuge. Μορφολογικά αναλύεται σε φυγο- + κεντρικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφυγοκεντρικόςφυγοκεντρικήφυγοκεντρικό
Γενικήφυγοκεντρικούφυγοκεντρικήςφυγοκεντρικού
Αιτιατικήφυγοκεντρικόφυγοκεντρικήφυγοκεντρικό
Κλητικήφυγοκεντρικέφυγοκεντρικήφυγοκεντρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφυγοκεντρικοίφυγοκεντρικέςφυγοκεντρικά
Γενικήφυγοκεντρικώνφυγοκεντρικώνφυγοκεντρικών
Αιτιατικήφυγοκεντρικούςφυγοκεντρικέςφυγοκεντρικά
Κλητικήφυγοκεντρικοίφυγοκεντρικέςφυγοκεντρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →