φυγοπονώ
•
- λόγιοαποφεύγω υποχρεώσεις και ενέργειες που απαιτούν σωματικό ή πνευματικό κόπο, παρόλο που οφείλω να τις διεκπεραιώσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυγοπονώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φυγοπονῶ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φυγοπονώ | φυγοπονείς | φυγοπονεί | φυγοπονούμε | φυγοπονείτε | φυγοπονούν / φυγοπονούνε |
| Παρατατικός | φυγοπονούσα | φυγοπονούσες | φυγοπονούσε | φυγοπονούσαμε | φυγοπονούσατε | φυγοπονούσαν / φυγοπονούσανε |
| Αόριστος | φυγοπόνησα | φυγοπόνησες | φυγοπόνησε | φυγοπονήσαμε | φυγοπονήσατε | φυγοπονήσαν / φυγοπονήσανε / φυγοπόνησαν |
| Μέλλοντας | θα φυγοπονήσω / θα φυγοπονώ | θα φυγοπονήσεις / θα φυγοπονείς | θα φυγοπονήσει / θα φυγοπονεί | θα φυγοπονήσουμε / θα φυγοπονούμε | θα φυγοπονήσετε / θα φυγοπονείτε | θα φυγοπονήσουν / θα φυγοπονήσουνε / θα φυγοπονούν / θα φυγοπονούνε |
| Παρακείμενος | έχω φυγοπονήσει | έχεις φυγοπονήσει | έχει φυγοπονήσει | έχουμε φυγοπονήσει | έχετε φυγοπονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φυγοπονήσει | είχες φυγοπονήσει | είχε φυγοπονήσει | είχαμε φυγοπονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φυγοπονήσει / να φυγοπονήσω / να φυγοπονώ | να έχεις φυγοπονήσει / να φυγοπονήσεις / να φυγοπονείς | να έχει φυγοπονήσει / να φυγοπονήσει / να φυγοπονεί | να έχουμε φυγοπονήσει / να φυγοπονήσουμε / να φυγοπονούμε | να έχετε φυγοπονήσει / να φυγοπονήσετε / να φυγοπονείτε | να φυγοπονήσουν / να φυγοπονήσουνε / να φυγοπονούν / να φυγοπονούνε |
| Προστακτική | — | φυγοπόνει / φυγοπόνησε | — | — | φυγοπονήστε / φυγοπονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →