φυγόπονος
•
- που αποφεύγει τη σκληρή δουλειά, τη μεγάλη προσπάθεια, την απαιτητική δραστηριότητα, ο τεμπέλης, ο οκνός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυγόπονος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φυγόπονος < αρχαία ελληνική φυγ(ή) + -ό- + -πονος (πόνος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυγόπονος | φυγόπονη | φυγόπονο |
| Γενική | φυγόπονου | φυγόπονης | φυγόπονου |
| Αιτιατική | φυγόπονο | φυγόπονη | φυγόπονο |
| Κλητική | φυγόπονε | φυγόπονη | φυγόπονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυγόπονοι | φυγόπονες | φυγόπονα |
| Γενική | φυγόπονων | φυγόπονων | φυγόπονων |
| Αιτιατική | φυγόπονους | φυγόπονες | φυγόπονα |
| Κλητική | φυγόπονοι | φυγόπονες | φυγόπονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →