Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυγόδικος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που δεν παρουσιάζεται για να δικαστεί Βικιλεξικό
    • Ο σεβντάς του ήτανε τα κλέφτικα. Η ζωή, που πέρασε στα ρουμελιώτικα βουνά κυνηγώντας τους φυγόδικους, του πλούτισε την ανθολογία και του ταίριασε τη φωνή με το γαργάρισμα της βρύσης και τη λαλιά της πέρδικας, με τη βουή του ελατιού και την τζαμάρα του τσοπάνη. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, Αθήνα, Φέξης, 1915)

Ετυμολογία

φυγόδικος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική φεύγω + δίκη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφυγόδικοςφυγόδικοι
Γενικήφυγοδίκου / φυγόδικουφυγοδίκων / φυγόδικων
Αιτιατικήφυγόδικοφυγοδίκους / φυγόδικους
Κλητικήφυγόδικεφυγόδικοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →