Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυλακίζω

/fi.laˈci.zo/ρήμα
•
  1. κλείνω κάποιον στη φυλακή Βικιλεξικό
    • τον φυλάκισαν για απάτη
  2. μεταφορικάπεριορίζω την ελευθερία κάποιου Βικιλεξικό
    • Την έχουν φυλακίσει στην αρχειοθέτηση και σκέφτεται να παραιτηθεί.

Ετυμολογία

φυλακίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φυλακίζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφυλακίζωφυλακίζειςφυλακίζειφυλακίζουμεφυλακίζετεφυλακίζουν / φυλακίζουνε
Παρατατικόςφυλάκιζαφυλάκιζεςφυλάκιζεφυλακίζαμεφυλακίζατεφυλάκιζαν / φυλακίζαν / φυλακίζανε
Αόριστοςφυλάκισαφυλάκισεςφυλάκισεφυλακίσαμεφυλακίσατεφυλάκισαν / φυλακίσαν / φυλακίσανε
Μέλλονταςθα φυλακίζω / θα φυλακίσωθα φυλακίζεις / θα φυλακίσειςθα φυλακίζει / θα φυλακίσειθα φυλακίζουμε / θα φυλακίσουμεθα φυλακίζετε / θα φυλακίσετεθα φυλακίζουν / θα φυλακίζουνε / θα φυλακίσουν / θα φυλακίσουνε
Παρακείμενοςέχω φυλακίσειέχεις φυλακίσειέχει φυλακίσειέχουμε φυλακίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα φυλακίσειείχες φυλακίσειείχε φυλακίσει———
Υποτακτικήνα έχω φυλακίσει / να φυλακίζω / να φυλακίσωνα έχεις φυλακίσει / να φυλακίζεις / να φυλακίσειςνα έχει φυλακίσει / να φυλακίζει / να φυλακίσεινα έχουμε φυλακίσει / να φυλακίζουμε / να φυλακίσουμενα φυλακίζετε / να φυλακίσετενα φυλακίζουν / να φυλακίζουνε / να φυλακίσουν / να φυλακίσουνε
Προστακτική—φυλάκιζε / φυλάκισε——φυλακίζετε / φυλακίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

φυλακίστηκαφυλακίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →