φυλακίζω
•
- κλείνω κάποιον στη φυλακή Βικιλεξικό
- τον φυλάκισαν για απάτη
- μεταφορικάπεριορίζω την ελευθερία κάποιου Βικιλεξικό
- Την έχουν φυλακίσει στην αρχειοθέτηση και σκέφτεται να παραιτηθεί.
Ετυμολογία
φυλακίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φυλακίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φυλακίζω | φυλακίζεις | φυλακίζει | φυλακίζουμε | φυλακίζετε | φυλακίζουν / φυλακίζουνε |
| Παρατατικός | φυλάκιζα | φυλάκιζες | φυλάκιζε | φυλακίζαμε | φυλακίζατε | φυλάκιζαν / φυλακίζαν / φυλακίζανε |
| Αόριστος | φυλάκισα | φυλάκισες | φυλάκισε | φυλακίσαμε | φυλακίσατε | φυλάκισαν / φυλακίσαν / φυλακίσανε |
| Μέλλοντας | θα φυλακίζω / θα φυλακίσω | θα φυλακίζεις / θα φυλακίσεις | θα φυλακίζει / θα φυλακίσει | θα φυλακίζουμε / θα φυλακίσουμε | θα φυλακίζετε / θα φυλακίσετε | θα φυλακίζουν / θα φυλακίζουνε / θα φυλακίσουν / θα φυλακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φυλακίσει | έχεις φυλακίσει | έχει φυλακίσει | έχουμε φυλακίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φυλακίσει | είχες φυλακίσει | είχε φυλακίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φυλακίσει / να φυλακίζω / να φυλακίσω | να έχεις φυλακίσει / να φυλακίζεις / να φυλακίσεις | να έχει φυλακίσει / να φυλακίζει / να φυλακίσει | να έχουμε φυλακίσει / να φυλακίζουμε / να φυλακίσουμε | να φυλακίζετε / να φυλακίσετε | να φυλακίζουν / να φυλακίζουνε / να φυλακίσουν / να φυλακίσουνε |
| Προστακτική | — | φυλάκιζε / φυλάκισε | — | — | φυλακίζετε / φυλακίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φυλακίστηκαφυλακίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →