φυλάκιση
•
- ο εγκλεισμός σε φυλακή με ή χωρίς δίκη Βικιλεξικό
- Όποιος τελεί την πράξη του προηγούμενου άρθρου εναντίον πρεσβευτή διαπιστευμένου στην ελληνική πολιτεία ή άλλου διπλωματικού αντιπροσώπου κατά τον χρόνο παραμονής του στην Ελλάδα, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη. (Νόμος_4619/2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)
- ποινή στον ελληνικό στρατό που παλιότερα εκτίονταν στο πειθαρχείο, σήμερα όμως ισοδυναμεί με τη στέρηση εξόδου Βικιλεξικό
- ο Ταξίαρχος μου έδωσε είκοσι μέρες φυλάκιση γιατί αντί να τον χαιρετήσω του είπα καλημέρα
Ετυμολογία
φυλάκιση < φυλακίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φυλάκιση | φυλακίσεις |
| Γενική | φυλάκισης | φυλακίσεων |
| Αιτιατική | φυλάκιση | φυλακίσεις |
| Κλητική | φυλάκιση | φυλακίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →