φυλακτικός
•
- που φυλάσσει, που προφυλάσσει Βικιλεξικό
- Μετά την πρόσληψη έκτακτου φυλακτικού προσωπικού, ο αρχαιολογικός χώρος θα λειτουργεί καθημερινά εκτός Δευτέρας από τις 9:00 έως τις 16:00. (archaiologia.gr)
Ετυμολογία
φυλακτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φυλακτικός (που διατηρεί)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυλακτικός | φυλακτική | φυλακτικό |
| Γενική | φυλακτικού | φυλακτικής | φυλακτικού |
| Αιτιατική | φυλακτικό | φυλακτική | φυλακτικό |
| Κλητική | φυλακτικέ | φυλακτική | φυλακτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυλακτικοί | φυλακτικές | φυλακτικά |
| Γενική | φυλακτικών | φυλακτικών | φυλακτικών |
| Αιτιατική | φυλακτικούς | φυλακτικές | φυλακτικά |
| Κλητική | φυλακτικοί | φυλακτικές | φυλακτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →