φύλακας
•
- αυτός που φυλάσσει, που επιτηρεί κάτι φροντίζοντας για την ασφάλειά του ή την ακεραιότητά του ή την καλή λειτουργία του κ.λπ. Βικιλεξικό
- 1795 ⌘ Κωνσταντίνος (Καισάριος) Δαπόντες, Ἐξήγησις τῆς Θείας Λειτουργίας συλλεχθεῖσα καὶ στιχουργηθεῖσα παρὰ Κωνσταντίνου Δαπόντε, τοῦ μετωνομασθέντος Καισαρίου. Τόμος Πρῶτος. Ἐν Βιέννῃ τῆς Αὐστρίας, 1795, Παρὰ Μαρκ. Πούλιου. σελ.152
- φύλακας άγγελος
- επάγγελμαυπάλληλος που έχει ως έργο του τη φύλαξη ενός χώρου Βικιλεξικό
- ο φύλακας του σχολείου
- επάγγελμασωφρονιστικός υπάλληλος, υπεύθυνος για τη φύλαξη των κρατουμένων σε μια φυλακή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φύλακας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φύλαξ από την αιτιατική «τὸν φύλακα»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φύλακας | φύλακες |
| Γενική | φύλακα / φύλακος | φυλάκων |
| Αιτιατική | φύλακα | φύλακες |
| Κλητική | φύλακα | φύλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →