Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυματιώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το φυμάτιο, παρόμοιος με το φυμάτιο, που έχει μορφή φυματίου Βικιλεξικό
    • Η μάζα είναι φυματιώδης, αλλά ίσως χρειαστεί βιοψία
  2. σχετικός με τη φυματίωση ή όμοιος με τη νόσο Βικιλεξικό
    • Ο ασθενής παρουσιάζει φυματιώδη εικόνα

Ετυμολογία

φυματιώδης < φυμάτιον + -ώδης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφυματιώδηςφυματιώδηςφυματιώδες
Γενικήφυματιώδουςφυματιώδουςφυματιώδους
Αιτιατικήφυματιώδηφυματιώδηφυματιώδες
Κλητικήφυματιώδη / φυματιώδηςφυματιώδηςφυματιώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφυματιώδειςφυματιώδειςφυματιώδη
Γενικήφυματιωδώνφυματιωδώνφυματιωδών
Αιτιατικήφυματιώδειςφυματιώδειςφυματιώδη
Κλητικήφυματιώδειςφυματιώδειςφυματιώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →